hoarding
hoar
ˈhɔr
χορ
ding
dɪng
ντινγκ
/hˈɔːdɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "hoarding"στα αγγλικά

01

μεγάλος εξωτερικός πίνακας, διαφημιστική πινακίδα

large outdoor signboard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoardings
02

προσωρινός ξύλινος φράκτης, προστατευτική μπαρικάντα

a temporary wooden fence or barricade erected for protection or construction purposes

Λεξικό Δέντρο

hoarding
hoard
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store