Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hoarding
01
μεγάλος εξωτερικός πίνακας, διαφημιστική πινακίδα
large outdoor signboard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoardings
02
προσωρινός ξύλινος φράκτης, προστατευτική μπαρικάντα
a temporary wooden fence or barricade erected for protection or construction purposes



























