hillbilly
Pronunciation
/ˈhɪlˌbɪli/

Ορισμός και σημασία του "hillbilly"στα αγγλικά

01

χωριάτης, αγροίκος

someone who lives far from cities or towns and is considered stupid and uneducated
Dialectamerican flagAmerican
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hillbillies
Παραδείγματα
Growing up as a hillbilly, she learned many skills and traditions passed down through generations.
Μεγαλώνοντας ως χωριάτα, έμαθε πολλές δεξιότητες και παραδόσεις που περνούσαν από γενιά σε γενιά.

Λεξικό Δέντρο

hillbilly

hill

+

billy

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store