Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Apotheosis
01
αποθέωση, θεοποίηση
the act of elevating a person's rank to that of a god
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
apotheoses
Παραδείγματα
The emperor’s apotheosis was celebrated with grand ceremonies and rituals.
Η αποθέωση του αυτοκράτορα γιορτάστηκε με μεγαλοπρεπείς τελετές και τελετουργίες.
02
αποθέωση, κορυφή
the most flawless version of something
Παραδείγματα
His career reached its apotheosis when he was awarded the Nobel Prize.
Η καριέρα του έφτασε στο αποκορύφωμά της όταν του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ.



























