Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Apotheosis
01
αποθέωση, θεοποίηση
the act of elevating a person's rank to that of a god
Παραδείγματα
The apotheosis in the epic symbolized the hero ’s ascension to a higher realm.
Η αποθέωση στο έπος συμβόλιζε την άνοδο του ήρωα σε ένα ανώτερο βασίλειο.
02
αποθέωση, κορυφή
the most flawless version of something
Παραδείγματα
The athlete 's victory at the Olympics was the apotheosis of her long and challenging career.
Η νίκη της αθλήτριας στους Ολυμπιακούς Αγώνες ήταν η αποθέωση της μακράς και προκλητικής καριέρας της.



























