Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Apothegm
01
απόφθεγμα, γνωμικό
a clever and concise expression that contains a general truth or principle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
apothegms
Παραδείγματα
The motivational speaker ’s speech was peppered with apothegms that resonated with the audience.
Η ομιλία του κινητήρα παρακίνησης ήταν γεμάτη αποφθέγματα που βρήκαν απήχηση στο κοινό.
Λεξικό Δέντρο
apothegmatic
apothegm



























