high-level
high
haɪ
hai
le
le
vel
vəl
vēl
multilevellow-levelupper-levelAS-level

Ορισμός και σημασία του "high-level"στα αγγλικά

high-level
01

υψηλού επιπέδου, σε μεγάλο υψόμετρο

occurring at or from a relative high altitude 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
highest-level
συγκριτικός βαθμός
higher-level
διαβαθμίσιμο
02

υψηλού επιπέδου, υψηλόβαθμος

occupying a senior rank within an organization 
Παραδείγματα
Only high-level executives have access to the company's strategic plans. 

Μόνο οι ανώτεροι στελέχη έχουν πρόσβαση στα στρατηγικά σχέδια της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store