Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hiccup
01
λυγίζω, έχω λύγκα
to make a sudden, involuntary sound caused by a spasm of the diaphragm, often as a result of eating or drinking too quickly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hiccup
γ΄ ενικό πρόσωπο
hiccups
ενεστώτα μετοχή
hiccuping
απλός αόριστος
hiccuped
παθητική μετοχή
hiccuped
Παραδείγματα
After gulping down his drink, he began to hiccup unexpectedly.
Αφού κατέπιε το ποτό του, άρχισε να λυγίζει απροσδόκητα.
Hiccup
01
λόξιγκας, σπασμός του διαφράγματος
a sudden, involuntary spasm of the diaphragm and associated respiratory muscles that causes a characteristic clicking sound as the glottis snaps shut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hiccups
Παραδείγματα
He kept getting a hiccup every few minutes after gulping his soda.
Συνέχιζε να έχει λόξυγγα κάθε λίγα λεπτά αφού κατέπιε τη σόδα του.
02
προσωρινό πρόβλημα, δυσκολία
an interruption or problem in a process or plan that is usually temporary and recoverable
Παραδείγματα
The project suffered a hiccup when a key supplier missed a shipment.
Το έργο υπέστη μια πρόσκαιρη δυσκολία όταν ένας κύριος προμηθευτής έχασε μια αποστολή.



























