Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hibiscus
01
ιβίσκος, λουλούδι ιβίσκου
a tropical plant of the mallow family that has large and brightly colored flowers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hibiscuses



























