hibiscus
hi
ˈhɪ
χι
bis
bɪs
μπισ
cus
kəs
κασ
/hˈɪbɪskəs/

Ορισμός και σημασία του "hibiscus"στα αγγλικά

01

ιβίσκος, λουλούδι ιβίσκου

a tropical plant of the mallow family that has large and brightly colored flowers
hibiscus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hibiscuses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store