Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hibernate
01
χειμεριάζω, περνάω τον χειμώνα σε λήθαργο
(of some animals or plants) to spend the winter sleeping deeply
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
hibernate
γ΄ ενικό πρόσωπο
hibernates
ενεστώτα μετοχή
hibernating
απλός αόριστος
hibernated
παθητική μετοχή
hibernated
Παραδείγματα
Ground squirrels hibernate in their burrows, where they enter a state of deep torpor to survive the winter.
Οι χερσαίοι σκίουροι χειμεριάζουν στις τρύπες τους, όπου εισέρχονται σε κατάσταση βαθιάς νάρκης για να επιβιώσουν τον χειμώνα.
02
χειμεριάζω, βρίσκομαι σε αδράνεια
be in an inactive or dormant state
Λεξικό Δέντρο
hibernating
hibernation
hibernate



























