Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hibernation
01
χειμερία νάρκη, αφύπνιση
a dormant state in animals, characterized by lowered body temperature and metabolic activity, often during winter to conserve energy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hibernations
Παραδείγματα
Bears enter a state of hibernation during the winter months to conserve energy and survive with limited food resources.
Οι αρκούδες εισέρχονται σε μια κατάσταση χειμερίας νάρκης κατά τους χειμερινούς μήνες για να διατηρήσουν ενέργεια και να επιβιώσουν με περιορισμένους τροφικούς πόρους.
02
χειμερία νάρκη, αχεννία
cessation from or slowing of activity during the winter; especially slowing of metabolism in some animals
03
χειμερία νάρκη
the act of retiring into inactivity
Λεξικό Δέντρο
hibernation
hibernate



























