Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hibernating
01
χειμερινά αδρανής, σε κατάσταση βιολογικής ανάπαυσης
in a condition of biological rest or suspended animation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hibernating
συγκριτικός βαθμός
more hibernating
διαβαθμίσιμο



























