hegemony
he
hi
ge
ˈʤɛ
je
mo
ny
ni
ni
yemenilemony

Ορισμός και σημασία του "hegemony"στα αγγλικά

01

ηγεμονία, κυριαρχία

the dominance or control exercised by one group, entity, or state over others, especially in the realms of politics, culture, or ideology 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hegemonies
Παραδείγματα
The colonial powers established hegemony over various regions, exerting control over both political and economic aspects of local societies. 

Οι αποικιακές δυνάμεις καθιέρωσαν ηγεμονία σε διάφορες περιοχές, ασκώντας έλεγχο τόσο στους πολιτικούς όσο και στους οικονομικούς τομείς των τοπικών κοινωνιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store