hectic
hec
ˈhɛk
hek
tic
tɪk
tik
pecticeclecticpyrecticdialectic

Ορισμός και σημασία του "hectic"στα αγγλικά

01

φρενητός, χαοτικός

extremely busy and chaotic 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hectic
συγκριτικός βαθμός
more hectic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The office was always hectic during the end of the month with deadlines approaching. 

Το γραφείο ήταν πάντα βιαστικό στο τέλος του μήνα με τις προθεσμίες να πλησιάζουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store