Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hectic
01
φρενητός, χαοτικός
extremely busy and chaotic
Παραδείγματα
The last-minute changes made the event planning even more hectic than usual.
Οι αλλαγές της τελευταίας στιγμής έκαναν τον σχεδιασμό της εκδήλωσης ακόμα πιο βιαστικό από το συνηθισμένο.



























