hectic
hec
ˈhɛk
χεκ
tic
tɪk
τικ
/ˈhɛktɪk/

Ορισμός και σημασία του "hectic"στα αγγλικά

01

φρενητός, χαοτικός

extremely busy and chaotic
Παραδείγματα
The last-minute changes made the event planning even more hectic than usual.
Οι αλλαγές της τελευταίας στιγμής έκαναν τον σχεδιασμό της εκδήλωσης ακόμα πιο βιαστικό από το συνηθισμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store