Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heckle
01
χτένα για τον διαχωρισμό ινών λινάριου, κάρδα για λινάρι
a comb for separating flax fibers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
heckles
to heckle
01
διακόπτω αγενώς, ενοχλώ με ερωτήσεις
to rudely and annoyingly interrupt a speech and ask irritating questions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
heckle
γ΄ ενικό πρόσωπο
heckles
ενεστώτα μετοχή
heckling
απλός αόριστος
heckled
παθητική μετοχή
heckled
02
χτενίζω με χτένα λινάρι, χτενίζω
comb with a heckle
LanGeek



























