heckle
he
ˈhɛ
he
ckle
kəl
kēl
hackle

Ορισμός και σημασία του "heckle"στα αγγλικά

01

χτένα για τον διαχωρισμό ινών λινάριου, κάρδα για λινάρι

a comb for separating flax fibers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heckles
to heckle
01

διακόπτω αγενώς, ενοχλώ με ερωτήσεις

to rudely and annoyingly interrupt a speech and ask irritating questions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
heckle
γ΄ ενικό πρόσωπο
heckles
ενεστώτα μετοχή
heckling
απλός αόριστος
heckled
παθητική μετοχή
heckled
02

χτενίζω με χτένα λινάρι, χτενίζω

comb with a heckle 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store