Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hearing dog
01
σκύλος βοηθός για κωφούς, σκύλος οδηγός για άτομα με ακοή
a professionally trained dog that guides people who are deaf or cannot hear properly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hearing dogs
LanGeek



























