hay
Pronunciation
/ˈheɪ/

Ορισμός και σημασία του "hay"στα αγγλικά

01

άχυρο, στεγνωμένο χορτάρι

cut and dried grass, for animals to feed on
hay definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The farmer sold bundles of hay at the local market to other livestock owners.
Ο αγρότης πούλησε δέσμες άχυρου στην τοπική αγορά σε άλλους κτηνοτρόφους.
to hay
01

κάνω σανό, θερίζω για σανό

to cut and dry plant material so that it can be used as hay
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hay
γ΄ ενικό πρόσωπο
hays
ενεστώτα μετοχή
haying
απλός αόριστος
hayed
παθητική μετοχή
hayed
Παραδείγματα
Workers hay the alfalfa to feed the livestock.
Οι εργάτες αποξηραίνουν την αλφάλφα για να ταΐσουν το ζωικό κεφάλαιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store