Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hay
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hays
Παραδείγματα
The farmer stacked bales of hay in the barn for the winter.
Ο αγρότης στοίβαξε δέματα άχυρο στην αχυρώνα για το χειμώνα.
to hay
01
κάνω σανό, θερίζω για σανό
to cut and dry plant material so that it can be used as hay
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hay
γ΄ ενικό πρόσωπο
hays
ενεστώτα μετοχή
haying
απλός αόριστος
hayed
παθητική μετοχή
hayed
Παραδείγματα
Farmers hay the fields in late summer.
Οι αγρότες ξηραίνουν τα χωράφια στα τέλη του καλοκαιριού.



























