Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Haw
01
η νικτιτάνικη μεμβράνη του αλόγου, το τρίτο βλέφαρο του αλόγου
the nictitating membrane of a horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
haws
to haw
01
πω 'haw', προφέρω 'haw'
utter `haw'
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
haw
γ΄ ενικό πρόσωπο
haws
ενεστώτα μετοχή
hawing
απλός αόριστος
hawed
παθητική μετοχή
hawed
haw
01
ωχ, αριστερά
used in driving or guiding draft animals, such as horses or oxen, to turn to the left
Παραδείγματα
Haw, there! We need to take the left fork in the road.
Χω, εκεί! Πρέπει να πάρουμε το αριστερό δρόμο.



























