havoc
ha
ˈhæ
voc
vək
vēk

Ορισμός και σημασία του "havoc"στα αγγλικά

01

καταστροφή, χάος

a state of widespread chaos, confusion, or destruction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The hurricane caused havoc along the coast, leaving behind severe damage. 

Ο τυφώνας προκάλεσε καταστροφή κατά μήκος της ακτής, αφήνοντας πίσω του σοβαρές ζημιές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store