Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Havoc
01
καταστροφή, χάος
a state of widespread chaos, confusion, or destruction
Παραδείγματα
The hacker caused havoc by shutting down the company ’s entire system.
Ο χάκερ προκάλεσε χάος κλείνοντας ολόκληρο το σύστημα της εταιρείας.



























