hauler
hau
ˈhɔ:
haw
ler
ballerfallercallermauler
haulier

Ορισμός και σημασία του "hauler"στα αγγλικά

01

μεταφορέας, εταιρεία μεταφορών

a company or vehicle that moves goods or materials between locations, typically in industries like waste management, construction, or logistics 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
haulers
Παραδείγματα
The waste hauler collected trash from residential neighborhoods every week. 

Ο μεταφορέας απορριμμάτων συλλεγόταν σκουπίδια από τις κατοικημένες περιοχές κάθε εβδομάδα.

Λεξικό Δέντρο

hauler
haul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store