Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
haughty
01
αλαζονικός, υπεροπτικός
acting proud and looking down on others
Παραδείγματα
She looked down on them with a haughty expression, making them feel out of place.
Τους κοίταξε από ψηλά με μια αλαζονική έκφραση, κάνοντάς τους να νιώθουν άβολα.
Λεξικό Δέντρο
haughtily
haughtiness
haughty
haught



























