Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Harm
01
βλάβη, ζημία
any physical injury to the body, especially one inflicted deliberately that is caused by a person or an event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harms
Παραδείγματα
The victim suffered serious harm during the altercation.
Το θύμα υπέστη σοβαρή βλάβη κατά τη διάρκεια της συμπλοκής.
02
επιδείνωση, βλάβη
a deterioration or change for the worse
Παραδείγματα
Late maintenance led to harm in the machinery.
Η καθυστερημένη συντήρηση οδήγησε σε ζημιά στον μηχανισμό.
03
βλάβη, ζημιά
the act of inflicting injury, damage, or loss on someone or something
Παραδείγματα
Deliberate harm to animals is illegal.
Η εκούσια βλάβη στα ζώα είναι παράνομη.
to harm
01
βλάπτω, τραυματίζω
to physically hurt someone or damage something
Transitive: to harm sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harm
γ΄ ενικό πρόσωπο
harms
ενεστώτα μετοχή
harming
απλός αόριστος
harmed
παθητική μετοχή
harmed
Παραδείγματα
The malicious rumors were intended to harm the reputation of the individual.
Οι κακόβουλες φήμες είχαν σκοπό να βλάψουν τη φήμη του ατόμου.
Λεξικό Δέντρο
harmful
harmless
harm



























