Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to harken
01
ακούω προσεκτικά, δίνω προσοχή
to attentively listen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harken
γ΄ ενικό πρόσωπο
harkens
ενεστώτα μετοχή
harkening
απλός αόριστος
harkened
παθητική μετοχή
harkened
Παραδείγματα
For hours, the audience had been harkening to the lecturer ’s profound observations.
Για ώρες, το κοινό είχε ακούσει με προσοχή τις βαθιές παρατηρήσεις του ομιλητή.



























