to harken
har
ˈhɑ:
haa
ken
kən
kēn
harden
hearken

Ορισμός και σημασία του "harken"στα αγγλικά

to harken
01

ακούω προσεκτικά, δίνω προσοχή

to attentively listen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harken
γ΄ ενικό πρόσωπο
harkens
ενεστώτα μετοχή
harkening
απλός αόριστος
harkened
παθητική μετοχή
harkened
Παραδείγματα
He urged the audience to harken to his advice about financial planning. 

Παρότρυνε το κοινό να ακούσει προσεκτικά τις συμβουλές του για τον οικονομικό σχεδιασμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store