Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
harebrained
01
παλαβός, απερίσκεπτος
(of an idea, plan, or action) illogical or poorly thought-out and likely to fail
Παραδείγματα
His harebrained attempt to solve the problem only made things worse.
Η ανόητη προσπάθειά του να λύσει το πρόβλημα μόνο χειρότερες έκανε τα πράγματα.



























