Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Harbinger
01
πρόδρομος, αγγελιοφόρος
a person who declares or reports the coming of someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harbingers
to harbinger
01
προμηνύω, προαναγγέλλω
foreshadow or presage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
harbinger
γ΄ ενικό πρόσωπο
harbingers
ενεστώτα μετοχή
harbingering
απλός αόριστος
harbingered
παθητική μετοχή
harbingered



























