Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handily
01
επιδέξια, με ευκολία
with skill, ease, or proficiency
Παραδείγματα
The seasoned musician handily performed the intricate piece on the piano to the awe of the audience.
Ο έμπειρος μουσικός εκτέλεσε επιδέξια το περίπλοκο κομμάτι στο πιάνο, προκαλώντας τον θαυμασμό του κοινού.
Παραδείγματα
The mobile app handily syncs data across devices, ensuring users have seamless access to their information.
Η εφαρμογή για κινητά συγχρονίζει εύκολα τα δεδομένα σε διάφορες συσκευές, διασφαλίζοντας ότι οι χρήστες έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση στις πληροφορίες τους.
Λεξικό Δέντρο
handily
handy
hand



























