handicraft
han
ˈhæn
hān
dic
dik
dik
raft
rɑ:ft
raaft
handcraft

Ορισμός και σημασία του "handicraft"στα αγγλικά

01

χειροτεχνία, χειρονακτική εργασία

the activity or art of skillfully using one’s hand to create attractive objects 
handicraft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Traditional handicraft techniques have been passed down through generations. 

Οι παραδοσιακές τεχνικές χειροτεχνίας έχουν περάσει από γενιά σε γενιά.

1.1

χειροτεχνία, χειροποίητο αντικείμενο

an object made by hand rather than one manufactured by a machine 
handicraft definition and meaning
Παραδείγματα
The market sells beautiful handicrafts made from wood and clay. 

Η αγορά πουλάει όμορφα χειροτεχνήματα φτιαγμένα από ξύλο και πηλό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store