handhold
hand
ˈhænd
hānd
hold
həʊld
hewld
handheld

Ορισμός και σημασία του "handhold"στα αγγλικά

01

πιγκάλι, σημείο πιάσιμου

an appendage to hold onto 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handholds
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store