hairstyle
hair
ˈhɛə
χεα
style
staɪl
σταιλ
hardstyle

Ορισμός και σημασία του "hairstyle"στα αγγλικά

01

χτένισμα, κούρεμα

the way in which a person's hair is arranged or cut 
hairstyle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hairstyles
Παραδείγματα
She changed her hairstyle for the wedding, opting for elegant curls. 

Άλλαξε το χτένισμα για το γάμο, επιλέγοντας κομψές μπούκλες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hairstylist
hairstyle

hair

+

style

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store