hairy
hai
ˈhɛə
heē
ry
ri
ri
harry

Ορισμός και σημασία του "hairy"στα αγγλικά

01

τριχωτός, μαλλιαρός

having a lot of hair 
hairy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hairiest
συγκριτικός βαθμός
hairier
διαβαθμίσιμο
02

τρομακτικός, φρικιαστικός

dangerous or scary, usually in an exciting way 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store