Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hacker
01
χάκερ, πειρατής υπολογιστών
someone who uses computers to illegally access someone else's computer or phone
Παραδείγματα
Hackers often exploit software vulnerabilities to infiltrate computer systems.
Οι χάκερ συχνά εκμεταλλεύονται τα ευπάθεια του λογισμικού για να διεισδύσουν σε συστήματα υπολογιστών.
02
ερασιτέχνης γκόλφερ, γκόλφερ του Σαββατοκύριακου
an unskilled or careless golfer who hits erratically or without control
Παραδείγματα
Every hacker dreams of sinking one perfect shot.
Χάκερ ονειρεύεται να κάνει μια τέλεια βολή.
03
επίμονος εργάτης, σκλάβος της δουλειάς
a person who performs monotonous work with persistence but little creativity
Παραδείγματα
A true artist creates; a hacker just follows instructions.
Ένας αληθινός καλλιτέχνης δημιουργεί· ένας χάκερ απλώς ακολουθεί οδηγίες.
Λεξικό Δέντρο
hacker
hack



























