Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hacker
01
χάκερ, πειρατής υπολογιστών
someone who uses computers to illegally access someone else's computer or phone
Παραδείγματα
The hacker gained unauthorized access to the company's database and stole sensitive information.
Ο hacker απέκτησε μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στη βάση δεδομένων της εταιρείας και έκλεψε ευαίσθητες πληροφορίες.
02
ερασιτέχνης γκόλφερ, γκόλφερ του Σαββατοκύριακου
an unskilled or careless golfer who hits erratically or without control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hackers
Παραδείγματα
He's a weekend hacker who loses half his balls on the course.
Είναι ένας χάκερ του Σαββατοκύριακου που χάνει τα μισά μπάλες του στο γήπεδο.
03
επίμονος εργάτης, σκλάβος της δουλειάς
a person who performs monotonous work with persistence but little creativity
Παραδείγματα
He spent years as a hacker in the accounting department.
Πέρασε χρόνια ως χάκερ στο τμήμα λογιστικής.
Λεξικό Δέντρο
hacker
hack



























