habitual
ha
bi
ˈbɪ
bi
tual
ʧuəl
chooēl
ritual

Ορισμός και σημασία του "habitual"στα αγγλικά

01

συνηθισμένος, τακτικός

done regularly or repeatedly, often out of habit 
habitual definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most habitual
συγκριτικός βαθμός
more habitual
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Going to the gym every morning has become Mark's habitual routine to stay in shape. 

Το να πηγαίνει στο γυμναστήριο κάθε πρωί έχει γίνει η συνηθισμένη ρουτίνα του Μαρκ για να παραμένει σε φόρμα.

02

συνηθισμένος, εθισμένος

(of a person) doing a certain behavior or action regularly or repeatedly 
Παραδείγματα
He was a habitual smoker, lighting up a cigarette every hour. 

Ήταν ένας συνηθισμένος καπνιστής, ανάβοντας ένα τσιγάρο κάθε ώρα.

Λεξικό Δέντρο

habitually
habitual
habit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store