Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habitual
01
συνηθισμένος, τακτικός
done regularly or repeatedly, often out of habit
Παραδείγματα
Researching and outlining are part of my habitual process for writing an essay or article.
Η έρευνα και η περιγραφή είναι μέρος της συνηθισμένης διαδικασίας μου για τη συγγραφή μιας έκθεσης ή άρθρου.
02
συνηθισμένος, εθισμένος
(of a person) doing a certain behavior or action regularly or repeatedly
Παραδείγματα
She is a habitual reader, always carrying a book wherever she goes.
Είναι μια συνηθισμένη αναγνώστρια, πάντα κουβαλάει ένα βιβλίο όπου κι αν πάει.
Λεξικό Δέντρο
habitually
habitual
habit



























