habitat
ha
ˈhæ
χαι
bi
μπι
tat
ˌtæt
ταιτ
/ˈhæbɪtæt/

Ορισμός και σημασία του "habitat"στα αγγλικά

01

βιότοπος, φυσικό περιβάλλον

the place or area in which certain animals, birds, or plants naturally exist, lives, and grows
habitat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
habitats
Παραδείγματα
Cacti are well adapted to the dry habitat of the desert.
Οι κάκτοι είναι καλά προσαρμοσμένοι στο ξηρό βιότοπο της ερήμου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store