gust
gust
gʌst
gast
guest

Ορισμός και σημασία του "gust"στα αγγλικά

01

ριπή, καταιγίδα

a drastic and sudden rush of wind 
gust definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gusts
Παραδείγματα
A sudden gust of wind rattled the windows, causing the curtains to billow into the room. 

Ένας ξαφνικός άνεμος κλόνισε τα παράθυρα, κάνοντας τις κουρτίνες να φουσκώσουν στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gusty
gust
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store