gunslinger
gun
ˈgʌn
gan
slin
slɪn
slin
ger

Ορισμός και σημασία του "gunslinger"στα αγγλικά

01

επαγγελματίας πυροβολητής, ειδικός σκοπευτής

a person who is skilled at shooting a gun and is hired to kill someone, used particularly in the past in the American Wild West 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gunslingers
Παραδείγματα
The gunslinger walked into the saloon with a confident swagger, his reputation preceding him. 

Ο εκτοξευτής μπήκε στο σαλόνι με ένα σίγουρο βήμα, η φήμη του να τον προηγείται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store