gunpoint
gun
ˈgʌn
gan
point
pɔɪnt
poynt
gunflint

Ορισμός και σημασία του "gunpoint"στα αγγλικά

01

σημείο σκόπευσης, κανόνι του όπλου

the direction in which the gun is aimed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The robber held the cashier at gunpoint. 

Ο ληστής κράτησε τον ταμία υπό την απειλή όπλου.

02

υπό την απειλή όπλου, στο στόχο του όπλου

a situation where a person is being threatened or forced to do something by someone holding a gun 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store