Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gullet
01
λαιμός, οισοφάγος
the duct through which food is passed from the throat to the stomach
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gullets
LanGeek



























