Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gulfweed
01
σαργάσο, καφέ φύκι που επιπλέει στην επιφάνεια του ωκεανού
a type of brown seaweed that floats on the surface of the ocean
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gulfweeds
Παραδείγματα
Researchers are investigating the potential uses of gulfweed as a sustainable resourc.
Οι ερευνητές διερευνούν τις πιθανές χρήσεις της φυκίδας ως βιώσιμου πόρου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gulfweed
gulf
weed



























