gulfweed
gulf
ˈgʌlf
galf
weed
wi:d
vid

Ορισμός και σημασία του "gulfweed"στα αγγλικά

01

σαργάσο, καφέ φύκι που επιπλέει στην επιφάνεια του ωκεανού

a type of brown seaweed that floats on the surface of the ocean 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gulfweeds
Παραδείγματα
Researchers are investigating the potential uses of gulfweed as a sustainable resourc. 

Οι ερευνητές διερευνούν τις πιθανές χρήσεις της φυκίδας ως βιώσιμου πόρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gulfweed

gulf

+

weed

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store