guerrilla
gue
ge
rri
ˈrɪ
ri
lla
la
la
medinillanemophilafringillatetanilla
guerilla

Ορισμός και σημασία του "guerrilla"στα αγγλικά

01

αντάρτης, ατάκτος μαχητής

a person who participates in irregular fighting as a member of an unofficial military group 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
guerrillas
Παραδείγματα
The guerrilla fighters used their knowledge of the terrain to launch surprise attacks on enemy outposts. 

Οι μαχητές ανταρτών χρησιμοποίησαν τη γνώση του εδάφους για να εκτελέσουν αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε εχθρικές αποθήκες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store