to guesstimate
guess
ˈgɛs
ges
ti
ti
mate
meɪt
meit
guestimate

Ορισμός και σημασία του "guesstimate"στα αγγλικά

to guesstimate
01

υπολογίζω κατά προσέγγιση, κάνω μια κατά προσέγγιση εκτίμηση

to estimate something by calculating and guessing 
Transitive: to guesstimate a quantity
to guesstimate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
guesstimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
guesstimates
ενεστώτα μετοχή
guesstimating
απλός αόριστος
guesstimated
παθητική μετοχή
guesstimated
Παραδείγματα
I had to guesstimate the number of attendees for the event since not everyone RSVP'd. 

Έπρεπε να κάνω μια εκτίμηση για τον αριθμό των παρευρισκομένων στην εκδήλωση αφού δεν απάντησαν όλοι.

01

προσεγγιστική εκτίμηση, προσέγγιση υπολογισμού

an attempt made to estimate or calculate something without knowing all the facts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guesstimates
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store