Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to guesstimate
01
υπολογίζω κατά προσέγγιση, κάνω μια κατά προσέγγιση εκτίμηση
to estimate something by calculating and guessing
Transitive: to guesstimate a quantity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
guesstimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
guesstimates
ενεστώτα μετοχή
guesstimating
απλός αόριστος
guesstimated
παθητική μετοχή
guesstimated
Παραδείγματα
They have been guesstimating the budget for the upcoming year.
Έχουν υπολογίσει κατά προσέγγιση τον προϋπολογισμό για το επόμενο έτος.
Guesstimate
01
προσεγγιστική εκτίμηση, προσέγγιση υπολογισμού
an attempt made to estimate or calculate something without knowing all the facts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guesstimates



























