Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guarded
01
συγκρατημένος, προσεκτικός
not displaying feelings or giving very much information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most guarded
συγκριτικός βαθμός
more guarded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patient was initially guarded with the therapist but gradually opened up over time.
Ο ασθενής ήταν αρχικά προσεκτικός με τον θεραπευτή αλλά σταδιακά άνοιξε με το πέρασμα του χρόνου.
Λεξικό Δέντρο
guardedly
unguarded
guarded
guard



























