grumpy
grum
ˈgrʌm
gram
py
pi
pi
frumpyjumpylumpybumpy

Ορισμός και σημασία του "grumpy"στα αγγλικά

01

γκρινιάρης, θυμωμένος

having a bad-tempered or irritable mood 
grumpy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
grumpiest
συγκριτικός βαθμός
grumpier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After a long day at work, Mark came home feeling grumpy and didn't want to talk to anyone. 

Μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά, ο Μαρκ ήρθε σπίτι αισθανόμενος γκρινιάρης και δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν.

Λεξικό Δέντρο

grumpily
grumpiness
grumpy
grump
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store