grume
grume
gru:m
groom
glumegrime

Ορισμός και σημασία του "grume"στα αγγλικά

01

θρόμβος, σβώλος

a semisolid mass of coagulated red and white blood cells 
grume definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grumes
02

θρόμβος, παχύρρευστο υγρό

a thick viscous liquid 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

grumous
grume
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store