Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grotesquely
01
γροτεσκ, με γροτεσκό τρόπο
in a way that is comically or repulsively distorted, ugly, or unnatural in appearance or form
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The statue was grotesquely misshapen, with limbs twisted in impossible directions.
Το άγαλμα ήταν γροτεσκά παραμορφωμένο, με μέλη στριμμένα σε αδύνατες κατευθύνσεις.
1.1
γροτεσκ, παραλογα
in a way that is absurdly, shockingly, or offensively inappropriate or exaggerated
Παραδείγματα
The executive was grotesquely overpaid despite his repeated failures.
Ο διευθυντής πληρώθηκε γροτεσκά υπερβολικά παρά τις επαναλαμβανόμενες αποτυχίες του.
Λεξικό Δέντρο
grotesquely
grotesque



























