to grope
grope
grəʊp
grewp
grapegrovegripe

Ορισμός και σημασία του "grope"στα αγγλικά

to grope
01

ψηλαφώ, αναζητώ στο σκοτάδι

to search uncertainly or blindly by feeling with the hands 
Intransitive: to grope for sth
to grope definition and meaning
Παραδείγματα
He frequently gropes in his pockets for his keys. 

Συχνά ψηλαφά στις τσέπες του για τα κλειδιά του.

02

ψηλαφώ, προχωρώ αφήνοντας το άγγιγμα να με οδηγήσει

to move or navigate uncertainly, relying on touch 
Intransitive: to grope somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
grope
γ΄ ενικό πρόσωπο
gropes
ενεστώτα μετοχή
groping
απλός αόριστος
groped
παθητική μετοχή
groped
Παραδείγματα
She groped along the wall in the pitch-black room, trying to find the door. 

Αυτή ψηλάφιζε κατά μήκος του τοίχου στο πίσσα σκοτάδι δωμάτιο, προσπαθώντας να βρει την πόρτα.

03

ψηλαφώ, πασπατεύω

to touch or handle someone or something in a clumsy, awkward, or invasive manner 
Transitive: to grope sb
Παραδείγματα
She felt uncomfortable when the stranger tried to grope her in the crowded subway. 

Αισθάνθηκε άβολα όταν ο άγνωστος προσπάθησε να την χουφτώσει στο γεμάτο μετρό.

01

ψηλάφηση, χάδια

the act of groping; and instance of groping 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gropes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store