grocer
gro
ˈgrəʊ
grew
cer
grower

Ορισμός και σημασία του "grocer"στα αγγλικά

01

μπακάλης, πωλητής τροφίμων

someone who sells food and other everyday products 
grocer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grocers
Παραδείγματα
The grocer greeted each customer with a smile as they entered the store. 

Ο μπακάλης χαιρέτησε κάθε πελάτη με ένα χαμόγελο καθώς μπήκαν στο μαγαζί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store