Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gridlock
01
κίνηση, αποκλεισμός κυκλοφορίας
a situation in which traffic is so heavily congested that movement is virtually impossible
Παραδείγματα
It ’s difficult to navigate through the city during peak hours because of the constant gridlock.
Είναι δύσκολο να μετακινηθεί κανείς στην πόλη κατά τις ώρες αιχμής λόγω του συνεχούς κοιλοδόμησης.
02
αδιέξοδο, αναστολή
a situation in which no progress can be made because opposing parties are unable to reach agreement
Παραδείγματα
Reform efforts hit gridlock when key stakeholders disagreed on implementation details.
Οι προσπάθειες μεταρρύθμισης αντιμετώπισαν αδιέξοδο όταν οι κύριοι ενδιαφερόμενοι διαφώνησαν σχετικά με τις λεπτομέρειες υλοποίησης.
Λεξικό Δέντρο
gridlock
grid
lock



























