gridlock
grid
ˈgrɪd
grid
lock
lɒk
lok
gritrock

Ορισμός και σημασία του "gridlock"στα αγγλικά

01

κίνηση, αποκλεισμός κυκλοφορίας

a situation in which traffic is so heavily congested that movement is virtually impossible 
gridlock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gridlocks
Παραδείγματα
The city center was in complete gridlock after the accident blocked all lanes. 

Το κέντρο της πόλης ήταν σε πλήρη κυκλοφοριακή συμφόρηση μετά το ατύχημα που μπλόκαρε όλες τις λωρίδες.

02

αδιέξοδο, αναστολή

a situation in which no progress can be made because opposing parties are unable to reach agreement 
Παραδείγματα
Negotiations stalled in gridlock after both sides refused to change their demands. 

Οι διαπραγματεύσεις κόλλησαν σε αδιέξοδο αφού και οι δύο πλευρές αρνήθηκαν να αλλάξουν τις απαιτήσεις τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gridlock

grid

+

lock

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store