Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Greed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
greeds
Παραδείγματα
His greed for money led him to make unethical business decisions.
Η απληστία του για τα χρήματα τον οδήγησε να λάβει ανήθικες επιχειρηματικές αποφάσεις.
02
απληστία, λαίμαργος
an intense craving for food or drink beyond what is needed
Παραδείγματα
He kept eating the cake out of greed.
Συνέχισε να τρώει την τούρτα από απληστία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
greedy
greed



























